Αμετροέπεια και κώφωση
Κείμενο: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΤΣΗΣ*
Ο νεοέλληνας εκτός από την οικονομική κρίση υποφέρει και από την πολλή φιγούρα. Ο σύζυγος, ο γονιός, ο δάσκαλος, ο διευθυντής, ο πολιτικός, ο συνδικαλιστής, ο φίλος, ως κι ο πνευματικός στην εξομολόγηση, φοβάμαι, θέλει και επιδιώκει ασθματικά μόνο να μιλάει. Δεν έχει τη διάθεση, ή δεν έχει διδαχθεί στη ζωή του να ακούει.
Στις παρέες μας καθημερινά πρωταγωνιστούν οι λαλίστατοι και παντολόγοι αστέρες. Όταν αυτοί οι τύποι τελειώσουν με τη χαρακτηριστική αυταρέσκεια τους Πανηγυρικούς τους, ή τους Φιλιππικούς τους, πριν προλάβει ο δυστυχής διπλανός τους να ταιριάξει κι αυτός δυο λεξούλες, ή θα τον διακόψουν με αγένεια, ή θα μετατοπίσουν προκλητικά την προσοχή τους αλλού, ή θα του δώσουν μετά από λίγο μια απάντηση – τούβλο, απόδειξη ότι δεν πρόσεξαν καθόλου τι είπε.
Αυτό το πράμα που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία εδώ και κάποιες δεκαετίες δεν είναι συζήτηση, δεν είναι επικοινωνία, δεν είναι σχέσεις. Ένα μεγάλο τίποτα είναι. Ένας συγχρωτισμός, μια αγριεμάρα, μια σχιζοφρένεια είναι, που οδηγεί ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό στα ανάκλιντρα των ψυχολόγων, και που φέρνει ναυτία σε όσους είχαν την ατυχία να παραμείνουν ευγενείς και λεπτοί στους τρόπους σ’ αυτή την άξενη χώρα.
Μια αντιαισθητική συμπεριφορά είναι που δείχνει αμορφωσιά. Ένας απερίγραπτος εγωισμός είναι. Μια επικίνδυνη ημιμάθεια είναι, συνώνυμο της οίησης και των σκουπιδοπληροφοριών που χωρίζουν τις μέρες μας σε πτώματα στιγμών. Μια εμετική επιδειξιομανία είναι που μας έχει διαλύσει ως ανθρώπους και ως κοινωνία. Γιατί, κοινωνία δεν απλά ένα αριθμητικό σύνολο ανθρώπων, αλλά ένα σύνολο ανθρώπων που δημιουργούν σχέσεις. Σχέσεις βαθιές, ουσιαστικές. Σχέσεις ερωτικές. Σχέσεις Αγάπης.
Η πρώτη λύση για να επιβιώσει κανείς σ’ αυτή τη βαβελική κοινωνία και στην απάνθρωπη μοναξιά που μας μαστίζει είναι να αγοράσει ένα σκυλάκι. Η αγορά του συμπαθούς τετράποδου είναι «μια κάποια λύσις», γιατί είναι το μόνο πλάσμα του Θεού που ακούει σήμερα. Παράλληλα, είναι μια λύση μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή μας, δε γνωρίζω, όμως, κατά πόσο είναι και αποτελεσματική.
Η δεύτερη λύση είναι να ανακαλύψουμε ξανά τη θεατρικότητα της συζήτησης. Ν’ αφήσουμε στην άκρη τους βρυχηθμούς και να μάθουμε ν’ αρθρώνουμε τις λέξεις μας, και να τις υφαίνουμε σε πολύχρωμο υφαντό λόγου με τον αργαλειό της σκέψης. Να μάθουμε ξανά να ακούμε. Να απολαμβάνουμε την αισθητική και την αβρότητα των κινήσεων.
Να μη φοβόμαστε να κοιτάζουμε τον άλλο στα μάτια. Να αποκτήσουμε ξανά την ευαισθησία να περπατάμε στους μυστικούς δρόμους της σιωπής, που πολλές φορές λέει όσα δε μπορεί να πει το στόμα. Να κατανοήσουμε, τέλος, ότι επικοινωνία δεν είναι μόνο τα καλώδια και τα ακουστικά που μας έσπασαν κυριολεκτικά τα νεύρα και μας έκλεισαν σε αυτιστικούς μικρόκοσμους. Δεν είναι οι βιασύνες κάθε στιγμή και κάθε λεπτό. Η επικοινωνία θέλει Ψυχή. Θέλει, όχι να καταλαβαίνεις απλώς, αλλά να Νιώθεις.
Θέλει να νιώθεις την ανάσα του άλλου. Θέλει να νιώθεις το σκίρτημα της κάθε λέξης σα μια καινούρια γέννα. Θέλει να νιώθεις ότι απέναντί σου, κάθε φορά, βρίσκεται ένας Άνθρωπος. Κι άνθρωπος δεν είναι μόνο ο πτυχιούχος , «ο μορφωμένος», ή μόνο αυτός που «μας συμφέρει». Άνθρωπος είναι κι ο αγράμματος, κι ο χωριάτης και το μικρό παιδί.
Κι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι μια γλάστρα, αλλά ένας δάσκαλος που ψάχνει τα λόγια του, διεκδικεί τα λόγια του και τη δική του αλήθεια που μπορεί να είναι μια καινούρια ανάγνωση της πολύμορφης και ανεξάντλητης ζωής. Γιατί πλαστήκαμε για να μην είμαστε μονάχοι.
Γιατί η καρδιά μας αναζητάει ασταμάτητα τους άλλους. Γιατί χωρίς το διάλογο των υπάρξεών μας η ζωή καταντάει αδειανή, ερημωμένη, αδικαιολόγητη, ένα μεγάλο τίποτα.
*Βασίλης Τάτσης, Καθηγητής - Φιλόλογος,

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου